ἐρέθω

ἐρέθω, [tense] impf.
A

ἤρεθον Mosch.3.84

, Theoc. (v. infr.), [dialect] Ep.

ἐρέθεσκον A.R. 3.618

,1103 :—poet. form of ἐρεθίζω, in Il. stir to anger, provoke,

μή μ' ἔρεθε, σχετλίη 3.414

;

ὅτ' ἄν μ' ἐρέθῃσιν ὀνειδείοις ἐπέεσσιν 1.519

; in Od. of all sources of disquiet,

ὀδυνάων.., αἵ μ' ἐρέθουσι 4.813

;

μελεδῶναι 19.517

: c. inf., h.Hom.8.14 : c. acc. rei, ἤρεθον ᾠδάν they raised a song, Theoc.21.21 codd. ; ἐ. ἐρωμανίην increase it, AP5.255 (Paul. Sil.).
II explore, search, ἰλυούς v.l. for ἐρέοντες in Nic.Th.143.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερέθω — ἐρέθω (Α) (παλ. ποιητ. τύπος τού ερεθίζω) 1. ταράσσω, εξοργίζω («μὴ μ’ ἔρεθε, σχετλίη» μη μ’ εξοργίζεις, δυστυχισμένη, Ομ. Ιλ.) 2. εγείρω, αυξάνω 3. εξερευνώ, εξετάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. ερέθω ανάγεται σε ΙΕ ρ. *er «θέτω σε κίνηση, εγείρω» (πρβλ.… …   Dictionary of Greek

  • ἐρέθω — ἐρ/εθω pres subj act 1st sg ἐρ/εθω pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • er-3 : or- : r- —     er 3 : or : r     English meaning: to move *stir, animate, fight, struggle, rise; to spring up, be born     Deutsche Übersetzung: ‘sich in Bewegung setzen, erregen (also seelisch, ärgern, stir, tease, irritate); in die Höhe bringen (Erhebung …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • ретивый — ретив, а, о, ретиться горячиться, усердствовать , укр. ретитися бороться , др. русск. реть ж. рвение, усердие, соревнование, распря , ретити побуждать , ретьныи спорный , ст. слав. реть ἅμιλλα, ретити ἁμιλλᾶσθαι (Супр.). Связано чередованием… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • έριδα — Βλ. λ. Έρις. * * * η (AM ἔρις, Μ και ἔριτα) 1. φιλονεικία, διένεξη, μάλωμα 2. λογομαχία, διαφωνία 3. διχόνοια μσν. 1. συναγωνισμός 2. φρ. «στέκω εἰς ἔριταν» φιλονικώ αρχ. 1. ένοπλη ρήξη («ἔριν αἱματόεσσαν», Αισχύλ.) 2. άμιλλα, ανταγωνισμός, ζήλος …   Dictionary of Greek

  • έρνος — ἔρνος, ὁ (Μ), ἔρνος, τὸ (Α) 1. βλαστάρι, βλαστός («τρέφει ἀνήρ ἔρνος ἐλαίης», Ομ. Ιλ.) 2. μτφ. τέκνο, απόγονος («Διγενής Ἀκρίτης τῶν Καππαδόκων ὁ τερπνὸς... ἔρνος», Διγεν. Ακρ.) αρχ. 1. στον πληθ. τά ἔρνεα τα στεφάνια που φορούσαν οι νικητές… …   Dictionary of Greek

  • ερεθίζω — (AM ἐρεθίζω) 1. εξοργίζω, εξάπτω, εκνευρίζω («ἀλλ’ ἴθι, μὴ μ’ ἐρέθιζε», Ομ. Ιλ.) 2. (για όργανα τού σώματος) αυξάνω την πάθηση, προκαλώ φλόγωση, ερεθισμό («αυτή η αλοιφή μού ερέθισε το τραύμα») 3. προκαλώ ερωτική διέγερση («η θέα της ερεθίζει… …   Dictionary of Greek

  • κατερέθω — (Α) ερεθίζω υπερβολικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ἐρέθω «ερεθίζω»] …   Dictionary of Greek

  • οροθύνω — ὀροθύνω (ΑΜ) 1. κινώ, εγείρω, διεγείρω, εξεγείρω 2. προτρέπω, παρακινώ, παρορμώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. έχει σχηματιστεί πιθ. από αμάρτυρο τ. *οροθέω (< ἐρέθω «ερεθίζω»), κατά τα ρ. σε ύνω. Η άποψη ότι προέρχεται από έναν συνδυασμό τού θ. ορ τού… …   Dictionary of Greek

  • όρνυμι — ὄρνυμι και ὀρνύω (Α) (επικ., ποιητ. τ.) 1. διεγείρω, εξεγείρω, ξεσηκώνω 2. παροτρύνω, προτρέπω κάποιον να κάνει κάτι 3. (σχετικά με ζώο) διώχνω 4. (σχετικά με άψυχα και φυσικά φαινόμενα) επιφέρω, ανακινώ («χαλεπήν ὄρσουσα θύελλαν», Ομ. Ιλ.) 5.… …   Dictionary of Greek

  • ՄԱՔԱՌԵՑՈՒՑԱՆԵՄ — (ցուցի.) NBH 2 0232 Chronological Sequence: Unknown date ն. ἑρέθω irrito. Գրգռել ʼի մաքառումն. *Դաստիարակել պարտ է հրահանգիւք, եւ ոչ դեղիւք զչար եւ զդժուարագոյն (ախտ) մաքառեցուցանել. Պղատ. տիմ …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.